η ΦΩΝΗ της ΣΥΜΗΣ

ΟΙ ΑΛΥΣΙΔΕΣ

- Πρε Νικολιό, εν τα θορρώ καλά τα πράματα.
- Με ατί;
- Ενη μπλέπεις καλέ τε μπου γίνεται;
- Γόχι. Τε μπούγινε κι ενε πήρα χαπάρι;
- Εκάα μας οι τελεοράσεις, κι εχάσαμε τα πασκάλια μας.
- Μάνα κι έουτες, σαν να τις εβαρέθει.Γούλο λιμοί σεισμοί και καταποντισμοί ναι.
- Αμα τις γροικάς, θαρρείς κι άρτει η συντέλεια του κόσμου.
- Μέλα που χρειάτζουνται κι αυτές.
- Σέουτο που λέεις βασίτζονται γούλες. Σου λέει, που θα πάει, εθθα την ηνοίξει τη τελεόραση;
- Μόλις που λέεις πατήσεις το κουμπί, καούνταιν απίκου. Να μαύρα κι άραχνα. Να πολέμοι, να σκοτωμοί, να κλεψές, να φασαρίες.
- Εγώ θαρρώ ππως λιμένουν α την ηνοίξουμε, και ρκινού και βάσσου σαν τους σκύλους.
- Εδώ πιο, εμπρέπει μηε τα παιδιά μας α φήννουμεν α πααίννουν στην Αθήνα. Κάθε μέραν γίνουνται κλεψές και σκοτωμοί.
- Πρε μια χαρά καούμεττεν εδώ να στη Σύμη μας.
- Μην το λέεις. Κι εδώ ερκινήξα και βάλα μπροστά και κάμνουν απαράλαχτα όππως τις τελεοράσεις.
- Έλα πρε, παραλέεις τα.
- Εξήασες που κλέψαν ένα μεατζίν πριν απο δυό μήνες;
- Καλά, έγινε μια βολά.
- Τί μια βολά; Εξήασες που κλέψα παλιά ένα – δυό;
- Πότε πρε, τον καιρό του Νώε;
- Πριν από κάμποσα χρόνια.
- Καλά δα.
- Α, ε θυμήθει. Εξήασα α σου πω που κλέψαν και μια βάρκαν απου το Πέδι.
- Ε αυτή, θάναι γιάλλο σκοπό.
- Τι γιάλλο σκοπό. Κλεψά ε είναι;
- Θυμάσαι πρε που κλέβγα τις βάρκες κάτι ξενομπάτες και πέραν τες στη Τουρκία;
- Εγώ θυμούμαι μόλις εσβιάραν μια – δυό, έπήα κι εγώ στη δική μου κι έβαλα όππως εβάλαν κι άλλοι αλυσίδες με κλειδαριά.
- Πρε κι εγώ έβαλα στις δυό πριμνάτσες, αλυσίδες, αλλά ξέεις τε μπούπαθα;
- Τι πρε;
- Εσκουριάσαν οι κλειδαριές πούτο κοντά στη θάλασσα, κι επήα ύστερα από ένα μήναν α πάω στα παραάδια, κι εν εμπόρω α φύω.
- Είναι και του γέλιου… - Μωρέ του γέλιου το. Αλλά εγώ που ενεμπόρουν α λύσω α δεις τη σκάση μου. - Τε μπούκαμες πιο;
- Ήμπα μέσα, έπια ένα σκεπάρνι, και χτύπουν τις κλειδαριές α τις χαλάσω.
- Χα! Χα! Χα!
- Τι γελάς;
- Με είναι να γελάς μαθές;
- Το γούστον ήτο, εκεί α που χτύπου, ένοιξεν ένα παράθυρο, κι ενέφανεν μια κι ερκίνηξεν να κανοναρκά:
"Αλήτες, την αστενομία θα φωνάξω α σας σάσει καλά, που εν έχητε πιο μετρημέλεψη. Που εκούστην α χτυπού τρεις η ώρα με βαριούς κάτω απου την πόρτα μου».
- Χα! Χα! Χα!
- Εγώ μόλις τόκουσα έουτο εφοήθη. Λέεις και καλά α φωνάξει την αστενομία άχουμεν κι άλλα τράβαλα;
Κυρία, φώναξα, τη βάρκα μου πολεμώ α λύσω και χτυπώ την αλυσίδα για να νοίξει.
- Κεριά και λιβάνια. Ποιά αλυσίδα πρε, σε μένα τα πουλάς έουτα; Άμα σου βάλου τις αλυσίδες η αστενομία, α δούμε ππώς α τις λύσεις μετά.
- Χα! Χα! Χα! Σκέττο θέατρο δηλαδής…
- Μωρέ θέατρο, αλλά το αποτέλεσμαν ήτο να γυρίσω τα μπρος οπίσω και να πάω στο σπί μου σκασμένος πούχασα τη καλοσύνη.
- Ε λλέις που εν ήρτεν η αστενομία α σε κλείσου και μέσα στα καλά καθούμενα;
- Αυτό δα έλειπε, α μου βγάλου και τόνομά μου.
Σαράντης

25.10.2014. 03:37

Symi Photos Patitiria Books about Symi Symi Map