η ΦΩΝΗ της ΣΥΜΗΣ

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΣΥΜΗ 1

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΣΥΜΗ 1 Στην αρχή του πολέμου, και για ένα διάστημα, όπως λένε αυτοί που έζησαν από κοντά την τότε κατάσταση, δεν υπήρχαν στη Σύμη, όσον αφορά τα πολεμικά πράγματα, μεγάλα γεγονότα. Όταν όμως ξεκίνησαν οι αποβάσεις και οι βομβαρδισμοί, πολύς κόσμος έφυγε στα βουνά και στα εξωκλήσια, για να μην είναι μέσα στο θέατρο του πολέμου.
Πολλές λοιπόν οικογένειες, με την αρχή των βομβαρδισμών, έφυγαν τόσο βιαστικά, που δεν πρόλαβαν να πάρουν μαζί τους ούτε τα στοιχειώδη για μια διαμονή λίγων έστω ημερών. Αποτέλεσμα, να δημιουργηθούν μεγάλες ανάγκες στους καινούργιους χώρους εγκατάστασης, και να προσπαθούν να λύσουν επί τόπου τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν.
Μία οικογένεια, όπως οι περισσότερες, έφυγε βιαστικά με τους πρώτους βομβαρδισμούς, βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα μικρό σπιτάκι πάνω από τη Γυάλα στο Νημπορειό, μαζί με τρείς ακόμα οικογένειες.
Σε κανονικές συνθήκες, το μικρό αυτό σπιτάκι, ήταν για να διαβιεί με το ζόρι μια οικογένεια τριών ατόμων. Έτσι τα είκοσι και πλέον άτομα που στριμώχτηκαν, φεύγοντας βιαστικά από την πόλη της Σύμης, δυσκολεύονταν να βρουν χώρο μέσα στο μικρό αυτό σπίτι. Πέραν αυτού, εκτός από κάτι κουβέρτες και χερέμια (χράμια) που πήραν μαζί τους, τρόφιμα δεν είχαν, και ήταν φανερό, ότι σύντομα θα αντιμετώπιζαν προβλήματα.
Μέσα, υπήρχαν και αρκετά μικρά παιδιά, ένα από τα οποία μεγάλος σήμερα, θυμάται και αναπολεί τα τότε γεγονότα.
Τους έστρωσαν λοιπόν κάτω κουβέρτες και χερέμια, και κοιμήθηκαν μέσα Σεπτέμβρη του 1943, με τον καιρό έξω, να είναι όπως ο εσωτερικός τους κόσμος. Μουντός και συννεφιασμένος, που δεν άργησε να ξεσπάσει με βροχή και αέρα.
Τα μικρά παιδιά φοβόντουσαν μέσα στο σκοτάδι και στις καινούργιες συνθήκες, ενώ η παλιά στέγη έμπαζε νερά από τη βροχή, και κάποια παραπονιόντουσαν που δεν είχαν κάτι να φάνε και πεινούσαν.
Μέσα στο πανδαιμόνιο αυτό, ένα τσαμπάλι (κουδούνι) ακούστηκε να χτυπά έξω από την πόρτα του μικρού σπιτιού, και κάποιοι αφουγκράστηκαν για να ακούσουν καλλίτερα περί τίνος επρόκειτο.
Ορισμένοι, άρχισαν να συζητούν αν έπρεπε να ανοίξουν την πόρτα, να δουν τι ήταν.
Υπερίσχυσε η γνώμη των περισσοτέρων που ήταν να ανοίξουν, ενώ τα μικρά παιδιά, περίμεναν με αγωνία το αποτέλεσμα.
Άνοιξαν λοιπόν την πόρτα, και αντίκρισαν ένα μικρό κατσίκι, που προφανώς είχε χάσει το δρόμο του.
Κάτι μισόλογα πήρε το μικρό αυτί του Γ, που άκουγε τους μεγάλους να συζητούν για τη τύχη του μικρού κατσικιού, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει καλά.
Ξύλα μαζεύτηκαν μέσα στη μικρή τσιμιά, και με συνοπτικές διαδικασίες, η ειλημμένη απόφαση, για το δώρο που «τους το έστειλε η Παναγιά», όπως είπαν κάποιες γυναίκες εκτελέστηκε.
Ο μικρός Γ, δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Σε σύντομο διάστημα, το κατσίκι, είχε γίνει κομμάτια ψημένου κρέατος, αφού ορισμένοι γνώστες της χασάπικης τέχνης, είχαν προηγουμένως επιδείξει τις γνώσεις τους, στο σφάξιμο και στο γδάρσιμο του ζώου. Τα κομμάτια ψημένου κρέατος μοιράστηκαν, και όλοι τίμησαν « το δώρο της Παναγιάς», ενώ ο μικρός Γ πάλευε με τον εαυτό του, αν έπρεπε να γίνει κι εκείνος συμμέτοχος σε ότι συντελέστηκε μπροστά στα μάτια του. Όμως η «πείνα κάστρη πολεμά» που λέει και η παροιμία, κι έτσι ο μικρός Γ προτίμησε να επαληθεύσει τη λαϊκή ρύση. Με βαριά καρδιά, για να εκπληρώσει τη βιολογική του ανάγκη, έφαγε δυο τρεις μπουκιές.
Αυτή η νύχτα κράτησε λες ατελείωτες ώρες μέχρι να ξημερώσει, και στη σκέψη του μικρού Γ, δεν ήταν ο βομβαρδισμός όπως συζητούσαν όλοι, αλλά στο δράμα που συντελέστηκε το βράδυ.
Με το πρώτο φως της ημέρας και καθώς άνοιξαν την πόρτα, είδαν έναν άνθρωπο να έρχεται προς το μικρό σπιτάκι. Ήταν ένας βοσκός, που τους καλημέρισε, και ρώτησε αν είδαν να περνάει από εκεί ένα μικρό κατσίκι, με ένα χαρακτηριστικό μικρό τσαμπάλι.
Όλοι δήλωσαν άγνοια, ενώ κάποιος φρόντισε να κρύψει το μικρό τσαμπάλι στα γρήγορα μέσα σε μια κουβέρτα.
Ο Γ, ντράπηκε πιο πολύ όταν άκουσε τα λόγια του βοσκού, και στο μικρό του το μυαλό, ήταν 7 χρονών τότε, αποτυπώθηκε με μελανά χρώματα, όχι μόνο το έγκλημα που διαπράχθηκε το βράδυ, αλλά και η αδικία που συντελέστηκε σε ένα φτωχό άνθρωπο.
Αυτό, δεν του έφυγε ποτέ από το μυαλό, ακόμα κι όταν μεγάλωσε, και ξενιτεύτηκε από τη Σύμη αναζητώντας καλλίτερη τύχη στο εξωτερικό.
Σε μια γωνιά του μυαλού του, υπήρχε αυτή η αδικία που ζητούσε δικαίωση, και αισθανόταν λες αυτός ως ο υπεύθυνος, να ξεπλύνει για όλους τη ντροπή που είχε γίνει.
Πέρασαν χρόνια και επέστρεψε στο νησί, έχοντας πια αποκτήσει μια αξιοσέβαστη περιουσία, αλλά η παλιά αδικία, εξακολουθούσε να του τυραννά το μυαλό.
Με το που πάτησε στο νησί, το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν να ψάξει το βοσκό, το κατσίκι του οποίου είχαν σφάξει εκείνο το βράδυ στο μικρό σπιτάκι πάνω από τη Γυάλα στο Νημπορειό, εκείνες τις δύσκολες ώρες.
Όταν τον βρήκε, του ζήτησε να πάνε στο καφενείο για να τον κεράσει.
Εκεί, ανάμεσα σε μερικές μπύρες, του εκμυστηρεύτηκε το μεγάλο μυστικό, που το είχε βάρος όλα αυτά τα χρόνια, και τον αποζημίωσε με τη χρηματική αξία του κατσικιού πάνω από δύο - τρεις φορές.
Έτσι, αισθάνθηκε ανάλαφρος, όταν καληνύχτισε ο ένας τον άλλο, και πήγε για ύπνο έχοντας γιατρέψει την παλιά πληγή, που έμενε ανοιχτή από τα παιδικά του χρόνια. ΣΑΡΑΝΤΗΣ

13.12.2014. 03:24

Symi Photos Patitiria Books about Symi Symi Map